ἱερή

ἱερή, ,
A = ἱέρεια, AP7.733 (Diotim., nisi leg. ἱερῆ): [dialect] Att. [full] ἱερά Pl. ap.AB100.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἱερῇ — Ἱερή fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἱερή — fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιερή — ἡ (Α ἱερή, αττ. τ. ἱερά) νεοελλ. θηλ. τού επιθ. ιερός αρχ. η ιέρεια. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τού αττ. ιερά*] …   Dictionary of Greek

  • ἱερῇ — ἱερά serpent fem dat sg (epic ionic) ἱεράομαι to be a priest pres subj mp 2nd sg (doric) ἱεράομαι to be a priest pres ind mp 2nd sg (doric) ἱεράομαι to be a priest pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἱεράομαι to be a priest pres ind mp 2nd sg (epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερή — ἱερά serpent fem nom/voc sg (epic ionic) ἱερή fem nom/voc sg (epic ionic) ἱερός filled with fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιερή Συμμαχία — Σύμφωνο που υπέγραψαν στις 26 Σεπτεμβρίου 1815 στο Παρίσι ο τσάρος της Ρωσίας, ο αυτοκράτορας της Αυστρίας και ο βασιλιάς της Πρωσίας. Σε αυτό προσχώρησαν και άλλοι ηγεμόνες, όπως ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΗ’, αλλά απείχαν η Αγγλία (που… …   Dictionary of Greek

  • Άρτας, Ιερή Μητρόπολη — Έχει έδρα την Άρτα και στη δικαιοδοσία της υπάγονται 94 ενοριακοί ναοί, στους οποίους υπηρετούν 98 κληρικοί. Για την αρτιότερη και πλέον εύρυθμη περιφερειακή οργάνωση έχουν οριστεί πέντε αρχιερατικοί επίτροποι: Άρτας και περιχώρων, Άρτας Κάτω… …   Dictionary of Greek

  • Αυστραλίας, Ιερή Αρχιεπισκοπή — Ιδρύθηκε το 1924 ως μητρόπολη Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας. Το 1959 έγινε αρχιεπισκοπή, ενώ από το 1970 αποσπάστηκε η Νέα Ζηλανδία και αποτελεί ξεχωριστή μητρόπολη. Έχει έδρα το Σίδνεϊ και ο αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας φέρει και τον τίτλο του… …   Dictionary of Greek

  • Παράδοση Ιερή — Η δεύτερη πηγή της χριστιανικής πίστης μετά την Αγία Γραφή, ισότιμη και ισόκυρη με αυτήν. Περιλαμβάνει το σύνολο των θείων αληθειών που παραδόθηκαν προφορικά από τον Ιησού Χριστό και τους αποστόλους, έχουν επίσης διατυπωθεί και οριστεί από τις… …   Dictionary of Greek

  • ἱερῆι — ἱερῇ , ἱερά serpent fem dat sg (epic ionic) ἱερῇ , ἱεράομαι to be a priest pres subj mp 2nd sg (doric) ἱερῇ , ἱεράομαι to be a priest pres ind mp 2nd sg (doric) ἱερῇ , ἱεράομαι to be a priest pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἱερῇ , ἱεράομαι to be …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἱερᾶν — Ἱέρη fem gen pl (doric aeolic) Ἱερή fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.